NEWSLETTER
Aπαράδεκτη η επικρατούσα κατάσταση
Η στρατιωτική επιδρομή της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου συνεχίζεται, δυστυχώς, χωρίς διακοπή από το 1974 μέχρι σήμερα. Η στρατιωτική κατοχή, η βίαιη διαίρεση, η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο μαζικός εποικισμός, η πολιτιστική καταστροφή, ο σφετερισμός περιουσιών και το εθνικό ξεκαθάρισμα πού έχουν επιβληθεί με την στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας, εξακολουθούν να είναι κύρια χαρακτηριστικά της κατάστασης στο νησί. Σήμερα, η Τουρκία, επίδοξο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξακολουθεί να είναι ένοχη ενός διεθνούς εγκλήματος στρατιωτικής επιδρομής εναντίον κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Εθνών. Αυτή, αναμφίβολα, είναι μια εντελώς απαράδεκτη κατάσταση, μια προσβολή κατά της διεθνούς έννομης τάξης και μια συνεχιζόμενη απειλή για τη σταθερότητα στην περιοχή, η οποία πρέπει επειγόντως να τερματιστεί.
Τον Ιούλιο του 1974, η Τουρκία εισέβαλε στην κυρίαρχη Κυπριακή Δημοκρατία, παραβιάζοντας τον καταστατικό χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Οι οδυνηρές συνέπειες της εισβολής και στρατιωτικής δράσης της Τουρκίας που ακολούθησε, κατά παράβαση συμφωνιών των Ηνωμένων Εθνών για κατάπαυση του πυρός, είναι ακόμα αισθητές από το λαό αυτού του νέου ευρωπαϊκού κράτους:
Ψηφίσματα διεθνών οργανισμών καταδικάζουν την Τουρκία - Σχέδιο Ανάν
Μια σειρά από ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών καθώς και ψηφίσματα που έχουν υιοθετηθεί από αρκετούς άλλους διεθνείς οργανισμούς αντανακλούν την παγκόσμια καταδίκη της τουρκικής εισβολής και τις συνακόλουθες επιθετικές ενέργειες εναντίον της Κύπρου. απαιτούν την ασφαλή επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους και διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων. ζητούν το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων καθώς και το σεβασμό της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε την κυβέρνηση της Τουρκίας υπεύθυνη για τη μαζική και συστηματική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο.
Διαδοχικοί γύροι συνομιλιών υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών μεταξύ της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας για επίλυση του κυπριακού προβλήματος, έχουν υπονομευθεί από την τουρκική πλευρά, η οποία έχει επιδιώξει μια διευθέτηση που θα άφηνε την Κύπρο μόνιμα διαιρεμένη και όμηρο των ξένων συμφερόντων. Η ελληνοκυπριακή πλευρά, από την άλλη, συνεχίζει να επιμένει στην πραγματική επανένωση της Κύπρου και του λαού της.
Οι πιο πρόσφατες προσπάθειες του ΟΗΕ κατέληξαν στην υποβολή από το Γενικό Γραμματέα ενός σχεδίου για συνολική λύση του Κυπριακού. Στις 24 Απριλίου 2004 ζητήθηκε από το λαό της Κύπρου να εγκρίνει ή να απορρίψει σε χωριστά, ταυτόχρονα δημοψηφίσματα και στις δύο κοινότητες, την πρόταση του Γενικού Γραμματέα (Σχέδιο Ανάν V). Με σαφή πλειοψηφία 75,8% οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το προτεινόμενο σχέδιο Ανάν γιατί πίστευαν ότι το τελικό κείμενο, το οποίο ενσωμάτωσε αυθαίρετα την τελευταία στιγμή πολλές τουρκικές απαιτήσεις, δεν ήταν ισορροπημένο και δεν αντιμετώπιζε τις βασικές ανησυχίες τους αναφορικά με την ασφάλεια, τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα της λύσης. Με τη ψήφο τους οι Ελληνοκύπριοι σαφώς δεν απέρριψαν τη λύση του Κυπριακού, που παραμένει ο πρωταρχικός τους στόχος. Απέρριψαν μόνο το συγκεκριμένο σχέδιο που τέθηκε ενώπιόν τους.
Το «όχι» στο δημοψήφισμα θα πρέπει να ερμηνευθεί ως η νόμιμη έκφραση των πραγματικών ανησυχιών που οδήγησαν στην απόρριψη ενός σχεδίου με σοβαρές ελλείψεις, το οποίο δεν προνοούσε:
Η Κυβέρνηση της Κύπρου και οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν να συνεχιστούν οι προσπάθειες για λύση μέχρι που τα δύο μέρη να συμφωνήσουν ένα πλαίσιο που να αντιμετωπίζει τις ανησυχίες ολόκληρου του κυπριακού λαού. Για να είναι βιώσιμη μια λύση και να μπορεί να αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου, θα πρέπει να θεωρείται δίκαιη από το λαό που καλείται να ζήσει με τις πρόνοιές της. Επομένως, η λύση πρέπει να είναι δημοκρατική, δίκαιη, λειτουργική, οικονομικά βιώσιμη και να ανταποκρίνεται στις αρχές, στους νόμους και τους δημοκρατικούς κανόνες της ΕΕ, τη Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα κυριότερα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η Κύπρος πρέπει να παραμείνει ενωμένο κράτος με πλήρη κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα και ανεξαρτησία. Δεν θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα ξένης ανάμειξης και παρεμβάσεων στις εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου.
Η Κύπρος εντάχθηκε επίσημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρες μέλος από την 1η Μαΐου 2004, χωρίς να πετύχει τον επιθυμητό στόχο να ενταχθεί ως ενωμένη χώρα. Η διεθνής κοινότητα πρέπει να βοηθήσει το λαό της Κύπρου να πετύχει γνήσια επανένωση στο νέο πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί από την ένταξη της νήσου στην ΕΕ. Η συμφωνία μεταξύ του Προέδρου της Κύπρου και του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στο Παρίσι, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, «να συνεχίσουν τον εν εξελίξει διάλογο με τον εκπεφρασμένο στόχο της επίσπευσης της αναζήτησης μιας συνολικής, δίκαιης και κοινά αποδεκτής λύσης στο Κυπριακό» δημιούργησαν μια νέα κινητικότητα για την επανάληψη της ειρηνευτικής διαδικασίας, η οποία μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη του στόχου αυτού. Ο Πρόεδρος της Κύπρου και ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε κοινή συνάντηση με το Βοηθό Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για Πολιτικές Yποθέσεις, κατέληξαν σε μια «συμφωνία αρχών», στις 8 Ιουλίου 2006, η υλοποίηση της οποίας θα μπορούσε να προετοιμάσει το έδαφος για περιεκτικές συνομιλίες που να οδηγήσουν σε μια βιώσιμη λύση. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση συνεχίζει να υποβάλλει νέα μέτρα στήριξης των Τουρκοκυπρίων για την προώθηση της οικονομικής ενοποίησης των δύο κοινοτήτων.
Η παρούσα κατάσταση της ξένης στρατιωτικής κατοχής και διαίρεσης μιας ανεξάρτητης, κυρίαρχης χώρας, μέλους του ΟΗΕ και της ΕΕ, είναι εντελώς ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ.
Πρόεδρος Παπαδόπουλος : επιδιώκουμε επανένωση του λαού και της χώρας μας
"Είναι λογικότατα αυτά που απαιτούμε και αυτονόητα αυτά που επιδιώκουμε. Απαιτούμε και επιδιώκουμε επανένωση του λαού και της χώρας μας, στα πλαίσια μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Ένα κράτος, με μια οικονομία, με συνοχή της κοινωνίας και αδιάσπαστους θεσμούς. Απαιτούμε και επιδιώκουμε διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας και κατοχύρωση των βασικών ελευθεριών μας. Απαιτούμε και επιδιώκουμε μια λύση που να μπορεί να λειτουργεί και να αντέχει στο χρόνο, για εξυπηρέτηση των συμφερόντων και δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων και όχι άλλων Κρατών."